
Από τη Mä'ha-bä'ra-ta
Ελεύθερη απόδοση σε δεκαπεντασύλλαβο
και θεατρική διασκευή
ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ
ΝΑΛΑΣ ΚΑΙ ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Α’
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Μιαν ιστορία θα σας πω απ’ τα παλιά τα χρόνια.
Από τον Νάλα αρχινώ , τον γιο του Βαρισαίνα,
Νιό δυνατό κι ανίκητο και χιλιοπαινεμένο,
άφταστο διαφεντευτή ανήμερων αλόγων
που πρώτη θέση κράταγε μέσα στ’ αρχοντολόϊ
όπως ο εξουσιαστής, και τ’ ουρανού ο αφέντης
ο Ίντρας άρχει των θεών, έτσι μαθές κι ο Νάλας ,
τόσο ωραίος που’ τανε κι έλαμπε σαν τον ήλιο
κι είχε σοφία που ‘λαβε απ’ τα ιερά βιβλία
τις Βέδες, που θεοσεβής του μάθανε να είναι,
απ’ τους Νισχιάντες ολουνούς φάνταζε στην κορφή τους.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Τέτοιος γενναίος σαν κι αυτόν, πολεμιστής σπουδαίος,
πόθος κρυφός των γυναικών και των αντρώνε φθόνος,
οπου ‘ξερε τα πάθη του κι όλες τις πεθυμιές του
με σύνεση να κυβερνά και να τις διαγουμίζει
κι ακόμα πως σαϊτευτής άριστος θεωρούνταν
και στο παιχνίδι των ζαριών κανείς δεν τον νικούσε.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ένας λαός γειτονικός, των Βινταρμπχών η χώρα
είχαν και κείνοι ήρωα που Μπχίμπα τ’ όνομά του
κι ήταν στα πάντα θαυμαστός και ευτυχής θα ζούσε
αν ο καημός της ατεκνιάς , βαρύς δεν τον κρατούσε
κι αν δεν τον πλάνταζε φριχτά ενού παιδιού λαχτάρα.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Μα ήρθενε του Ντάμανα, του Μάγου η ευλογία
που ‘δωσε στη βασίλισσα τέσσερα –ζωή να ‘χουν-
παιδιά, τα τρία σερνικά και θηλυκό το ένα
που Νταμαγιάντη στ’ όνομα με δόξα τη βαφτίσαν
χάρη να κάμουν και τιμή στον Ντάμανα το μάγο,
και Ντάνα, Ντάντα και Νταμά ονόμασαν τ’ αγόρια.
‘Ηταν τα τρία σερνικά γερά κι αντριωμένα,
και λυγερή κι ολόλαμπρη ήταν η Νταμαγιάντη
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Ολόλαμπρη και λυγερή, πανώρια Νταμαγιάντη
καμάρι των γονέων σου κι ολόκληρου του τόπου
κι η χάρη κ’ η ομορφάδα σου τον θαυμασμό σκορπούνε
και πως είσαι όμοια, με τη θεά τη Σάτση,
όπου ψηλά στον Ουρανό θεοί την τριγυρίζουν,
κι όπως και σύ ακόλουθες μαζεύεις γύρωθέ σου,
κορίτσια ολοστόλιστα κι εσύ στη μέση, μέση
μοιάζεις άστέρι ολόφεγγο μ’ άστρα περιζωσμένο.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι αν θες τη θεία ομορφιά να φανταστείς της κόρης,
την τόσο τέλεια μορφή, το ποθητό της σώμα
όπου κι οι ίδιοι οι θεοί να την επιθυμούνε,
μονάχα τη θεά τη Σρη βάλε με το μυαλό σου,
πανώριο ταίρι του Βισνού, του κόσμου τον προστάτη.
ΚΥΚΝΟΣ
Ωσάν τον Νάλα όμορφος κανένας τους δεν είναι
και δυνατός κι ατρόμητος κι ορμητικός σαν τίγρης
κι ολόιδιος σαν το θεό του έρωτα Καντάρπα
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
και όλ’ αυτά κι άλλα πολλά λέγαν στη Νταμαγιάντη
κύκνοι που πηγαινόρχονταν σ’ ουράνια ταξίδια
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Και όλ’ αυτά κι άλλα πολλά λέγαν στη Νταμαγιάντη
για κείνον και σε λόγου του φέρναν για το κορίτσι
ανήκουστα παινέματα και θαυμασμού τραγούδια
για το κορμί το θεϊκό, τα χείλια και τα μάτια,
τη μελιστάλαχτη φωνή, τα κρινοδάχτυλά της.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι ένας τ’ άλλου μάθαιναν αδιάκοπα τις χάρες
και μια λαχτάρα φύτρωσε στο μέσα και των δυο τους
έτσι που δεν εβλέπουνταν οι πεθυμιές φουντώναν.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Σαν από έρωτα η καρδιά νταγιάντησε του Νάλα
κι ο γιός της Κούντης φλόγιζε το σώμα και το νου του
κι όπως σε κήπο βρέθηκε με δέντρα και με λίμνες
πλάι με τον τοίχο τον ψηλό, του παλατιού τον τοίχο,
και σκέφτονταν την όμορφη την που πολύ αγαπούσε,
επήγ’ ο νιος και κάθισε στην άκρια της λίμνης
κι έβλεπε κύκνους να γλυστρούν στ’ ασημονέρια ‘πάνω
και σαν διαμαντοστόλιστα καράβια ν’ αρμενίζουν.
Με μιας το χέρι άπλωσε ο Νάλας κι έναν κύκνο
έπιασε και τον πρόσταξε να πάει στη Νταμαγιάντη.
και τ’ όμορφο πετούμενο απάντησε στον Νάλα.
ΚΥΚΝΟΣ
- Αφού δε μ’ έχεις για κακό πιασμένο άρχοντά μου
και μόνο της αγάπης σου με θες απεσταλμένο
τους άλλους κύκνους πρόθυμα αμέσως θα συνάξω
κι από της λίμνης τα νερά ανάερα θ’ ανεβούμε
στη Νταγιαμάντη ολόφτερα σιμά της θα βρεθούμε
και θα της πούμε θαυμασμού λόγια για σένα τόσα
που από σένα άλλονε μη θέλει να κοιτάξει
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Μ’ αυτά ο Νάλας χάρηκε κι αμόλυσε τον κύκνο.
Και τότε όλα τα πουλιά ανοίξαν τις φτερούγες
τραβώντας κει που βρίσκονταν των Βινταρμπχών η χώρα
και σαν εφτάσαν κάθισαν του κοριτσιού τριγύρω
στον κήπο τον ολάνθιστο με τ’ ανθισμένα δέντρα,
εκεί που με τις φίλες της ανέμελα καθόνταν
και τα πανάλευκα πουλιά ενώθηκαν μαζί τους.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Ξαφνιάστηκαν οι κοπελιές και μερικές τρομάξαν
οι άλλες όμως αγκαλιά πιάσαν καμπόσους κύκνους
κι η Νταμαγιάντη κράτησε στα χέρια της εκείνον
τον κύκνο που της κράταγε το μήνυμα του Νάλα΄
κι αυτός μ’ ανθρωπινή φωνή ψιθύρισε στην κόρη
ΚΥΚΝΟΣ
-Ω, Νταμαγιάντη, μήνυμα κρατώ σου απ’ τον Νάλα
που ‘χει των δίδυμων θεών, των Ασβινών τις χάρες
κι άλλος κανείς στην ομορφιά θνητός του παραβγαίνει
Αυτού του νιού αν ήθελες το ταίρι του να γίνεις
την ευτυχέστερη ζωή , ίδια με των Αγγέλων
τους Γκαντχάρβες, π’ ομορφιά χαρίζουν στα ουράνια,
θ’ αξιωνόσουνα να ζεις, να χαίρεσαι, κυρά μου
όλους τους πλούσιους καρπούς π’ επιφυλάσσ’ η ζήση.
Πανώρια, λυγερόκορμη, μοναδική στον κόσμο
σε ομορφιά και πίστεψε σε τούτα μου τα λόγια,
γιατί πως είμαστε σοφοί οι κύκνοι το γνωρίζεις
μιας και πολλά στ’ αλαργινά ανάερα ταξίδια
στον ουρανό η και στη γη βλέπουμε κι απαντούμε
όσες στον κόσμο ομορφιές μα κι απ’ τον κόσμο πέρα
εκεί που σμίγουν οι θεοί με την ουράνια χάρη
και βγαίνουν οι πεντάμορφες των αστεριών αφέντρες.
Όμως, αλήθεια λέγω σου πανώρια Νταμαγιάντη
είτε θεών απόβρασμα η γέννημα ανθρώπων
άλλη δε ξαναφάνηκε όμορφη σαν εσένα
και σαν τον Νάλα άξιος κι ωραίος σαν εκείνον
κι έτσι κι δυο μοναδικοί, ξεχωριστό σε όλα
θα γίνετε πιο διαλεχτό ζευγάρι μεσ’ τον κόσμο.
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Ασημόφτερο πουλί, στον Νάλα πέτα πάλι
κι ότι σε μένα τώρα δα είπες, πες και σε κείνον
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι ο κύκνος υπακούοντας άνοιξε τα φτερά του
γοργοπετώντας έφτασε στη χώρα των Νισχιάντες
και ως τον Νάλα αντάμωσε, όλα με μιας του τα’ πε.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τη Νταμαγιάντη ρίξανε σε συλλογή μεγάλη
του κύκνου τα μηνύματα κι όσα ‘πε για τον Νάλα
κι από τη σκέψη της στιγμή δεν μπόργιε να τα βγάλει.
ΑΚΟΛΟΥΘΗ
Σε θλίψη έπεσες βαριά, η όψη σου μαράθη
κι έγινες σκλάβα μυστικού βασανισμένου πόθου.
ΑΚΟΛΟΥΘΗ
Ο κύρης της την όψη της σαν είδε παθιασμένη,
σαν είδε πως ούτε μπουκιά στο στόμα της δε βάζει
και δίχως ύπνο τριγυρνά τις νύχτες στο παλάτι,
νοιάστηκε και ανήσυχος ερώτησε να μάθει.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι απ’ όσα μαρτυρήθηκαν απ’ τις συντρόφισσές της
ο Μπχίμπας εκατάλαβε πως έφτασε η ώρα
να βρεί η θυγατέρα άντρα της εκλογής της
κι αμέσως κήρυξε γιορτή μεγάλη ν’ αρχινήσει
ως το θελ’ η συνήθεια για τις βασιλοκόρες
μα και για των πολεμιστών τις μονοθυγατέρες.
Εβγήκαν κήρυκες παντού, στη χώρ’ απ’ άκρη σ’ άκρη
κι ολούθε διαλάλησαν το κάλεσμα του Μπχίμπα.
ΚΗΡΥΚΑΣ
-Αντρειωμένοι στη γιορτή είσαστε καλεσμένοι
όπου η κόρη τ’ άρχοντα άντρα της θα διαλέξει!
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Αμέσως σα μαθεύτηκε το μήνυμα ετούτο
αρχίσαν να μαζεύονται αρχόντοι απ’ ολούθε
στη χώρα και πληθαίνανε μνηστήρες ολοένα.
Και φτάνανε μ’ ελέφαντες, με άλογα, μ’ αμάξια
και σέρναν το κατόπι τους μεγάλες συνοδείες
και μ’ όλους τούτους τους στρατούς, μ’ αυτό το μέγα πλήθος
ανάστατη μα γιορτινή γίνηκε όλ’ η χώρα.
Ο Μπχίμπα τους δεχότανε μ’ ευγένεια μεγάλη
και σ’ όλουνούς επρόσφερε θερμή φιλοξενία.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Μέσα στο πλήθος των πολλών κινήσαν κι οι δυο μάντεις,
ο Νάραντας κι ο Πάρβαντας, που μπορετό τους είναι
με τους θεούς να βρίσκονται και να συνομιλούνε.
Οι πάνσοφοι μισόθεοι επισκεφθήκαν πρώτα
τον Μαχαβάν τον μέγιστο, τον δοξασμένο Ίντρα,
τον βασιλέα των θεών, στ’ ανάκτορό του ήρθαν
κι αυτός τους καλοδέχτηκε , με έγνοια τους ρωτάει
αν είν’ η υγεία τους καλά, καλά κι η πόρεψή τους
ΝΑΡΑΝΤΑΣ
-Θεέ εσύ μεγάλε
όλης της γης διαφεντευτή, για μας μην έχεις έγνοια
καλή υγεία έχουμε καλή κι η πόρεψή μας.
ΠΑΡΒΑΝΤΑΣ
Στων Βινταρμπάχων το λαό ζει φημισμένη κόρη
για τη μεγάλη τσ’ ομορφιά και για τις αρετές της
κι έχουνε όλοι να το λεν πως σαν αυτή καμία
δε βρίσκεται σ’ όλη τη γή που να της παραβγαίνει.
ΝΑΡΑΝΤΑΣ
Η Νταμαγιάντη, έτσι τη λέν, όλες τις ξεπερνάει.
Αυτή λοιπόν η κοπελιά την, εκήρυξ’ ο γονιός
για να διαλέξει άντρα της, μια σύναξη μεγάλη
Και είπε οι καλύτεροι της χώρας να προστρέξουν
για να’ βρει η θυγατέρα του κείνον που της αξίζει.
ΠΑΡΒΑΝΤΑΣ
Μαζί με τσ’ άλλους ισχυρούς , τους άλλους τους γενναίους,
μ’ αρχόντους κι αρχοντόπουλα, ρήγες και βασιλιάδες
που η πανώρια θα τους δει κι άντρα της θα διαλέξει
πάμε ο Πάρβαντας και γω στην εκλογή να μπούμε
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Απ’ των τρανών τη συντροφιά κι από των αθανάτων
π’ ανάμεσα στους εκλεκτούς κι ο Άγκνης εκαθόταν,
φρουρός και φύλακας πιστός του θεοβασιλέα,
ξεσηκωθήκανε με μια και όλοι αναφωνήσαν:
ΘΕΟΙ
Εμείς γιατί δε σπεύδουμε; Όλοι εκεί να πάμε!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Κι η συντροφιά ξεκίνησε να πάει στους Βιντάρμπχες.
Όλοι αυτοί στην εκλογή θέλαν να πάρουν μέρος
και κίνησαν μ’ ακόλουθους, με άλογα κι αμάξια
και σμίξαν με τη συρροή των άλλων των μνηστήρων
αυτοί θεοί, ν’ αγωνιστούν με των θνητών τη μάζα
πρόθυμα καταδέχονταν χάρη της Νταγιαμάντης.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Ο Νάλας έμαθε κι αυτός πως είναι να διαλέξει
η Νταμαγιάντη κάποιονε απ’ όσους μαζευτούνε
κι αμέσως ετοιμάστηκε, χωρίς στιγμή να χάσει
να πάει κι αυτός για να κριθεί από τη λατρευτή του,
εκείνην που ολόψυχα της ήτανε δοσμένος.
Σαστίσαν τότε οι θεοί σαν είδανε τον Νάλα
σαν να ‘βλεπαν τον Μάντματχα, στητός καθώς στεκόταν
που σαν τον ήλιο άστραφτε κι έλαμπαν όλα γύρω.
Σταθήκαν οι ουράνιοι θαυμάζοντας που βλέπαν,
των φτερωτών των αμαξιών ανάερα σταματώντας
σ’ ένα κατώφλι τα’ ουρανού, πλατύσκαλο τ’ αιθέρα
κι οι ουρανοκατέβατοι στο Νάλα αποταθήκαν.
ΘΕΟΙ
-Νάλα, ακαταμάχητε του κόσμου των ανθρώπων,
εσύ που ο καλύτερος στους κάλλιστους λογιέσαι
κι ενάρετος και τίμιος κι εμπιστοσύνης άξιος
πήγαινε ένα μήνυμα για χάρη μας και μόνο.
ΝΑΛΑΣ
Πρόθυμ’ αφέντες μου αυτό θα κάνω που ζητάτε,
ποιοί είστ’ όμως του λόγου σας και γω μαντατοφόρος
ποιανών θα γίνω και σε ποιόν το μήνυμα θα δώσω;
ΙΝΤΡΑ
Μάθε πως είμαστε θεοί κι ερχόμαστ’ από πάνω,
απ’ τ’ ουρανού τα δώματα και πως σκοπός μας είναι
η Νταμαγιάντη και γι αυτήν εφθάσαμ’ εδώ κάτω.
Εγω μ’ ο Ίντρας και αυτός είν’ ο μεγάλος Άγκνης
κι ετούτος είν’ ο Βάρουνας, αφέντης των υδάτων
κι αυτός εδώ ο τέταρτος είν’ ο θεός του Άδη
ο Γιάμας, που τ’ ανθρώπινα σώματα καταλύει.
Πήγαινε Νάλα το λοιπόν και βρες τη Νταμαγιάντη
και πες της πως οι τέσσερεις οι φύλακες του κόσμου,
εγώ ο Ίντρας ο Ισχυρός, ο Βάρουνας κι ο Γιάμας
κι ο Άγκνης, όλοι λαχταρούν εσένα Νταμαγιάντη
και πως για σένα, να της πεις, τον ουρανό αφήσαν
και να διαλέξει από μας ποιον άντρα της θα πάρει
ΝΑΛΑΣ
Να μ’ απαλλάξετε θεοί από το θέλημά σας
γιατί ο ίδιος μ’ έφερε λόγος με το δικό σας
και πως μπορώ για λόγου σας σε εκείνη να μιλήσω
αφού κι εγώ την αγαπώ κι έχω τον ίδιο πόθο
και δεν μπορώ στην ποθητή καλό να πω για άλλους
γι αυτό μη συνερίζεστε θεοί την άρνησή μου
ΘΕΟΙ
Μας έταξες πως πρόθυμα θα κάνεις ότι πούμε
και τώρ’ αρνείσαι και μας λες διάφορες προφάσεις
και αθετείς το λόγο σου. Την εντολή μας κάνε!
Ξεκίνα μην αργοπορείς να πας το μήνυμά μας .
ΝΑΛΑΣ
Και πώς να φθάσω ως αυτήν αφού καλά φυλάνε
και σφαλιστές του παλατιού διπλομανταλωμένες
τις θύρες κι απλησίαστη είναι η Νταμαγιάντη;
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Και οι θεοί τ΄ απάντησαν πως πρέπει να το κάνει
και να ‘βρει τρόπο για να μπει και να βρεθεί με κείνη
κι ο Νάλας υπακούοντας έκανε όπως του ‘παν.
Ανέλπιστα και μαγικά βρέθηκε στην αυλή της
Και κεί την είδε ‘εκπληκτος να ‘ ναι τριγυρισμένη
από ‘να σμάρι κοριτσιών, φίλες και συνοδές της
κι ανάμεσό τους έλαμπε, σαν ασημολουσμένη
έτσι απαλή και λυγερή με μάτια σαν αστέρια
κι όσο πολύ την κοίταζε τόσο και την ποθούσε
και θάμπωνέ του η ματιά και γύριζε ο νους του
και των θεών χίλιες φορές σκέφτηκε ν’ αγνοήσει
όμως δεν έκανε καρδιά το λόγο ν’ αθετήσει
κι έπνιγε τη λαχτάρα του, εκεί πάνω τον είδαν
οι ομορφονιές της συντροφιάς κι αμέσως ξιπαστήκαν
από του νιού την ομορφιά, της όψης του τη λάμψη
και με περίσσιο θαυμασμό εμείναν να τον βλέπουν
κι εκστατικές να τον κοιτούν και ν’ απορούν ποιος είναι
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Τι χάρη και τι λεβεντιά! Ποιος άραγε να είναι;
Σίγουρα θαν’ κάποιος θεός. Μπορεί ο Γκαναχάρβας.
Ίσως μαθές ο Γιάξχιας. Για μήπως κάποιος άλλος;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Αυτά τα λέγανε βουβά, μήτε μιλιά δε βγάζαν
Και ντροπαλές απόμεναν βλέποντας τη θωριά του.
Έστεκε αυτός ασάλευτος και λίγο χαμογέλα
θωρώντας τώρα ζωντανή κείνη που φανταζόταν
κι η Νταμαγιάντη έμενε ακίνητη και κείνη
και πρώτη αυτή του μίλησε μαζεύοντας το νου της.
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Εσύ που δείχνεις τέλειος, άγνωστε πες ποιος είσαι
Και βλέποντας σε, ταραχή σύγκορμη με συνέχει
έτσι καθώς ευρέθηκες μπροστά μας από θαύμα
και μ’ ένα τρόπο θεϊκό εμπήκες στην αυλή μου.
Πως πέρασες τους φύλακες; Πως μπήκες απ’ τις πόρτες
τις μυστικές που οδηγούν εδώ στα δώματά μου
που μ’ εντολή του κύρη μου είν’ όλες σφαλισμένες;
ΝΑΛΑΣ
Ο Νάλας είμαι κι απ’ αρχής πρέπει να το γνωρίζεις,
π’ απεσταλμένος των θεών κι όχι από δικού μου
βρίσκομαι δω και προξενιά απ’ τους θεούς σου φέρνω.
Ο Ίντρας και ο Βάρουνας, ο Άγκνης και ο Γιάμας
σου παραγγέλνουν απ’ αυτούς άντρα σου να διαλέξεις.
Αυτά με στείλαν να σου πω κι αυτοί με βάλαν μέσα
εδώ στο κήπο σου να ‘ρθω μ’ ανοίξανε τις θύρες
και όλα τα εμπόδια αυτοί παραμερίσαν
και τώρα εσύ που άκουσες την προξενιά που φέρνω
δική σου γνώμη τι θα πεις και τι θ’ αποφασίσεις
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Χιλιοδοξάζω τους θεούς που σ’ έφεραν σε μένα
και την αγάπη σου μπορείς τώρα να φανερώσεις
ω, άρχοντα, ξεκάθαρα, και γω μπορώ σε σένα
αυτά που βλέπεις και θωρείς όλα να στα προσφέρω
με μιας κι οι δυο τους πόθους μας να σμίξουμε καλέ μου
γιατί το σώμα πυρπολεί και την καρδιά μου καίει
απ’ όταν λόγια μαγικά μου ‘πε για σένα ο κύκνος
κι αν καταφρόνια η χάρη σου στον έρωτά μου δείξει
να ξέρεις θα φαρμακωθώ, αυτό ν’ το ριζικό μου
ΝΑΛΑΣ
Οι κοσμαφέντες σε ζητούν κι εσύ θνητό διαλέγεις;
Τη θεϊκή προτίμηση ούτε που φανταζόσουν
και θες εμένα το θνητό αντίς γιαυτούς να πάρεις
Μπροστά σ’ αυτούς που φτιάξανε και που κρατούν τον κόσμο
βάζεις εμένα, όμοιο με των ποδιών τους σκόνη,
χωρίς καθόλου να σκεφτείς πως όποιος τους πικράνει
αυτούς π’ εξουσιάζουνε τη σύντομη ζωή μας
και τους σταθεί ενάντιος αμέσως θα πεθάνει.
Κόρη πανώρια άλλαξε γνώμη και γλύτωσέ με
και διάλεξε κάποιο θεό από τους τέσσερεις τους
και ζήσε στων ουράνιων τ’ αμύθυτα τα πλούτη
και ρούφηξε τις ηδονές απ’ των θεών τα χάδια.
Τον μεγαλύτερο θεό ποιά δεν ποθεί να πάρει,
αυτόν που ‘ναι κυρίαρχος ολόκληρου του κόσμου
και να τον καίει αν βούλεται, να το καταβροχθίζει,
να τον παιδεύει και διαρκώς να τον κρατάει σε τρόμο.
Ταίρι του Ίντρα αν γενείς που’ ναι δαιμονοκτόνος,
θα ζήσεις άφοβα ψηλά, που πιο ψηλά δεν είναι.
Μ’ αν πάλι απ’ τους τέσσερεις άλλον θεό διαλέξεις
προτίμησε τον Βάρουνα η κάποιον απ’ τους άλλους,
εισάκουσε τη γνώμη μου, καθένας έχει χάρες.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Την πήρε το παράπονο ακούγοντας του Νάλα
και δάκρυσαν τα μάτια της κι απάντησε με πόνο
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Όλους λατρεύω τους θεούς, μ’ άντρα μου θέλω εσένα.
Απ’ όλους συ καλύτερος . Αυτή ν’ η εκλογή μου.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Νάλας τότε μίλησε κι αυτά τα λόγια είπε
ΝΑΛΑΣ
Απεσταλμένος ήρθα εδώ απ΄ των θεών τη χάρη
και λέω δεν είναι ταιριαστό, ωραία Νταμαγιάντη
για λόγου μου προξενητής να γίνομαι σε σένα
και ν’ αγνοώ την εντολή αυτούς να προξενεύω.
Ετούτο είναι το χρέος μου αυτήν εδώ την ώρα
και με την ίδια επιμονή για μένανε τον ίδιο
θα σου μιλώ όταν βρεθώ μπροστά σου άλλη ώρα
όταν τους πόθους μου για σε θα ‘ρθω να φανερώσω
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Ξαστέρωσε η όψη της κι ησύχασε το βλέμμα
Και με χαρούμενη φωνή του μίλησε και του ‘πε
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Τρόπο θα βρω μην παραβείς τον λόγο σου, καλέ μου
Και στων θεών την εντολή πιστός να παραμείνεις
Ακου λοιπόν τις σκέψεις μου κι αν θες σε πράξη βάλ’ τες
Με τους θεούς να μπείς και σύ κι όλοι μαζί να ‘ρθείτε
και σαν ομάδα θεϊκή και με μπροστά τον Ίντρα
υπάκουοι στης εκλογής τους νόμους τους αιώνιους
σαν ίσοι αναμετάξυ σας μπροστά μου να σταθείτε.
Αν παρουσία των θεών εγώ διαλέξω εσένα
πράμα ενάντιο κανείς δεν θα μπορεί να κάνει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Μ’ αυτό το σχέδιο στο μυαλό ο Νάλας επιστρέφει
εκεί που τον καρτέραγε η θεϊκή παρέα
και πριν ακόμα να φανεί τον νοιώσανε πως φτάνει
κι έτσι με μια ερώτηση τον Νάλα υποδεχθήκαν
ΘΕΟΙ
Για πες μας την συνάντησες την κόρη και τι σου ‘πε;
Τι είπε για τις προξενιές; Ποια ν’ η απάντησή της;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Νάλας τους απάντησε κι είπε την πάσ’ αλήθεια.
ΝΑΛΑΣ
Όπως με διατάξατε στο σπίτι της εμπήκα
περνώντας τοίχους αψηλούς μανταλωμένες θύρες
και φύλακες που άγρυπνα φυλάν τα δώματά της
Κι έτσι με μιας στα ξαφνικά εφάνηκα μπροστά της
Κι αυτή κι οι φιλενάδες ξαφνιάστηκαν που μ’ είδαν
εμένα ολομόναχον και να μιλώ μ’ ακούγαν
όλους εσάς να επαινώ, με λόγια να εκθειάζω
εσάς, ολόλαμπρους θεούς, των αθανάτων πρώτους
εμένα τον κοινό θνητό εδιάλεξε εκείνη.
Εγώ διαμαρτυρήθηκα κι κόρη τότε μου ‘πε
Ελάτε όλοι σας μαζί για να σας δω αντάμα
καθένανε ξεχωριστά όμως μαζί με τσ’ άλλους
κι αν διαλέξω εσένανε Νάλα δε θα ‘χεις κρίμα
αφού μαρτύρους τους θεούς θε να ‘χει η εκλογή μου.
Σε σας με κάθε σεβασμό την κάθ’ αλήθεια είπα
αφέντες που τριάντα τρεις ορίζετε αιθέρες
και έτσι επεραίωσα μαθές τον ορισμό σας πλέον.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ήρθε η ώρα η καλή, η μέρα η ταγμένη
που ο Μπχίμπας αποφάσισε η εκλογή να γίνει
κι η θυγατέρα του βρει, άντρα της να διαλέξει
απ’ όλους που μαζεύτηκαν τους διαλεχτούς αρχόντους
τους πι’ όμορφους και δυνατούς όλης της οικουμένης
της Νταμαγιάντης να γευτούν τα κάλλη προσδοκώντας
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Και ήταν ο καθένας τους περήφανο λιοντάρι
ή τίγρης ασυγκράτητος σ’ ορμή και αγριάδα.
Εμαζευτήκαν το λοιπόν σε γιορτινό πατάρι
που εστεκόνταν στέρεα σ’ ολόχρυσες κολώνες
κι ήτανε ολοστόλιστο μ’ έδρανα που καθήσαν
απάνω τους οι άρχοντες κι όλοι οι αντρειωμένοι
κι ως το ‘θελ’ η συνήθεια χρυσοστεφανωμένοι
και να φεγγούν στις φορεσιές πολύτιμα πετράδια.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Και επροβάλαν τα κορμιά τα δυνατά τα μπράτσα,
τα μάτια τους σαν γερακιού, τα τοξοτά τους φρύδια,
και τα μαλλιά τους λεύτερα κι άλλα καλοπλεγμένα
με χρυσοκέντητα σκουφιά, μαλαματένια κράνη
και ήτανε σα να ‘βλεπες του ουρανού τα’ αστέρια.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Η Νταμαγιάντη αγέρωχη και μ’ ομορφάδα τόση
που ‘φερνε πόνο στην καρδιά σ’ όποιονε την κοιτούσε,
ανέβηκε περήφανα στο γιορτινό πατάρι
και κοίταζε προσεκτικά τους άντρες έναν έναν
γέρνοντας το κεφάλι για να καλοδιακρίνει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Όλοι τους ανακάθησαν κι υψώσαν τα κεφάλια
για να τους δει η πριγκίπισσα μήπως και τους διαλέξει
ενώ την ίδια τη στιγμή φωνάζε τ’ όνομά τους
τιμητικά ο κήρυκας, της τελετής ο άρχων.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι όπως η κόρη έψαχνε τον Νάλα να διακρίνει
εκείνον έβλεπε παντού όποιον και να κοιτούσε,
μα πιο πολύ εμοιάζανε πέντε ανάμεσά τους
και εκατάλαβε με μιας τέχνασμα και τερτίπι
πως ήτανε απ’ τους θεούς εκείνη να σαστίσει,
να μπερδευτεί να μην μπορεί τον Νάλα να διαλέξει.
Και μεσ’ στην σαστισμάρα της έλεγε με το νου της.
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Πρέπει σουσούμια των θεών, αυτά που’ χω ακούσει
να θυμηθώ κι αν τα ειδώ αυτούς να μη διαλέξω.
Κίνδυνος είν’ να γελαστώ, να χάσω τον καλό μου
κι αντί γι αυτόν κάποιον θεό μη τύχει και διαλέξω.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Και τότε λιγοψύχησε κι έσκυψε μπρος στους πέντε
που μοιάζανε ολόιδιοι σαν του νερού σταγόνες
και με φωνή τρεμουλιαστή τραγουδιστά τους είπε:
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Από την ώρα π’ άκουσα ο κύκνος όσα μ’ είπε
στον Νάλα αταλάντευτα έδωσα την καρδιά μου
γι αυτό θεοί αθάνατοι στη χάρη σας προσπέφτω
να μου τον φανερώσετε παρακαλώ σας όλους
Σ’ αυτόν ο νους μου κι η καρδιά και όλη μου η πίστη
μη μου τον κρύβετε λοιπόν και φανερώσατε τον
Γι αυτόν πονώ, γι αυτόν θρηνώ, γι αυτόνε μαραζώνω
Μη μου τον κρύβετε λοιπόν και φανερώσατε τον
Στον πόνο μου τη θεϊκή σας δείξτε μεγαλοσύνη
Μη μου τον κρύβετε λοιπόν και φανερώσατε τον
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Το θλιβερό παράπονο τη κόρης σαν ακούσαν,
κι είδαν την αφοσίωση τη σταθερή στον Νάλα
κι άκούσανε τ’ αληθινά του σπαραγμού της λόγια
και νοιώσαν τ’ ασυγκράτητο το πάθος της για κείνον
εκάναν δίχως δισταγμό το που ζητούσ’ εκείνη
Φορέσαν τα σημάδια τους που δείχνανε ποιοι είναι
καθώς ψηλά υψώθηκαν, δεν πάταγαν στο χώμα
κι έτσι τον Νάλα εύκολα τον είδε η Νταγιαμάντη.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Με φλογισμένα μάγουλα, κατασυγκινημένη
και τα μεγάλα μάτια της ν’ αστράφτουν σαν αστέρια
η κόρη τον πλησίασε και τ’ άπλωσε τα χέρια
και πρώτα τον ποδόγυρο του ρούχου του αγγίζει
κι ύστερα τρίλαμπρο περνά στους ώμους του στεφάνι
κι έτσι τον Νάλα διάλεξε πως άντρα της θα πάρει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Με μιας σηκώθη οχλοβοή, ζητωκραυγάζαν όλοι
και εύχονταν με μια φωνή θεοί μαζί κι αρχόντοι
κι όσοι σε τούτη την εκλογή είχανε πάρει μέρος
και με κραυγές «Να ζήσετε» επευφημούσαν όλοι.
Ο Νάλας ο πασίχαρος, ο γιος του Βιρασαίνα
της Νταγιαμάντης τρυφερά ψιθύριζε στ’ αυτί της
ΝΑΛΑΣ
Γιατί εμένα διάλεξες κι από θεούς ακόμα;
Πως στην αγάπη σου αυτή να στην ανταποδώσω;
Για τούτ’ την αγαλίαση, τούτη την ευτυχία
θα σ΄αγαπώ όσο πνοή στο στήθος μου έχω
και από σένα τίποτα δε θα μ’ αποχωρίσει.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Σαν έγινε οι εκλογή και οι θεοί την στέρξαν
του Νάλα εχαρίσανε τα δώρα του ο καθένας
Εστία οικογένειας του χάρισε ο Ίντρας,
απείραχτο από φωτιά τον έχρισε ο Άγκνης
κι ο Γιάμας τονε φίλεψε τη νοστιμιά της γεύσης
κι ο Βάρουνας νερό πολύ να βρίσκει όντας θέλει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Κι αυτά σαν του χαρίσανε χαθήκαν στα ουράνια.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Σαν κίνησαν και γύρισαν όλοι απ’ όπου ήρθαν
εφάνηκε όλ’ η χαρά του βασιλέα Μπχίμπα
που διοργάνωσε γιορτές κι έστησε ραβαΐσια
για να ‘χει υγεία και χαρά κι ευτυχισμένη να’ ναι
η ένωση της κόρης του με τον αφέντη Νάλα.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Κι ύστερα πήρε με τιμή τη Νταμαγιάντη ο Νάλας
και γύρισε στους τόπους του και στο βασίλειό του,
περήφανος π’ απόκτησε τέτοιο μαργαριτάρι
που σαν κι αυτή άλλη καμιά στον κόσμ’ όλο δεν είναι
κι εγίνανε και δω γιορτές και αλογοθυσίες
που λεν πως σερνικά παιδιά θα γεννηθούν κατόπι.
Και επερνούσε ο καιρός και κύλαγαν οι μέρες
κι ο Νάλας καλοπέρναγε της Νταμαγιάντης πλάι
σα να κυλούσε η ζωή σε μυρωδάτο ανθώνα,
με έρωτα και με γιορτές και στων θεών θυσίες.
Έδωσ’ ο μεγαλόψυχος στη Νταμαγιάντη αγόρι
που Ιντρασαίνα το ‘πανε, και ύστερα κορίτσι
που στου θεού το όνομα το βάφτισαν και κείνο
και θηλυκό κι αρσενικό τα λέγαν Ιντρασαίνα.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Οι τρανομπόρετοι θεοί καθόνταν ένα γύρο
και βλέπουν δυο να περνούν, θεοί όπως κι άλλοι,
δαιμόνοι όμως, του ζαριού, κακοτυχιάς σημάδια,
και μ’ απορία βλέποντας την τόση τους βιασύνη
του Κάλη και του Ντάβπαρα, ο Ίντρας τους ρωτάει
ΙΝΤΡΑΣ
Ε, Κάλη που πηγαίνετε , κι ο Ντάβπαρα μαζί σου;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Κάλης του απάντησε χωρίς να σταματήσει
ΚΑΛΗΣ
Άντρα καθώς εμάθαμε διαλέγ’ η Νταμαγιάντη
κι ο κύρης της τρανή γιορτή ετοίμασε για τούτο
και επειδή επιθυμώ την κοπελιά να πάρω
στην εκλογή πάω και γω για να την αποκτήσω.
ΙΝΤΡΑΣ
‘Αργησες Κάλη κι έγινε η εκλογή που λέγεις
κι η Νταμαγιάντη διάλεξε τον Νάλα σύζυγο της
και μπρος σε μας προτίμησε εκείνον π’ αγαπούσε
τον Νάλα τ’ αρχοντόπουλο βρήκε καλύτερό μας
ΚΑΛΗΣ
Δεν το περίμενα εσύ θεός ο πιο μεγάλος
μα κι άλλοι όσοι πήγατε στην εκλογή της κόρης
πως και καταδεχτήκατε να σας προσβάλει έτσι
και έναν άνθρωπο θνητό μπροστά σας να διαλέξει.
Για τιμωρία παιδεμός μεγάλος της αξίζει
Και τύχη μαύρη κι άραχλη της πρέπει να την έυρη
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Με μια φωνή στον ουρανό αυτοί που κατοικούνε
στον Κάλη απαντήσανε για να τον σταματήσουν
ΙΝΤΡΑ
Η Νταμαγιάντη μ’ άδεια μας εδιάλεξε τον Νάλα
κι είν’ εκλογή πολύ σωστή γιατ’ είναι σ΄ όλα άξιος.
ΓΙΑΜΑΣ
Και ποια δεν θα τον ήθελε ταίρι της να τον έχει;
ΑΓΚΝΗΣ
Ποιος άλλος απ’ τους άρχοντες κι από τους βασιλιάδες
είναι γενναίος και σοφός, πιστός στα τάματά του
που συγκρατεί τα πάθη του κι έχει καρδιά καθάρια
και ποιος διαβάζει ευλαβικά όσο αυτός τις βέδες,
τα ιερά τα γράμματα κι όλα τα συναξάρια
και ποιος τις περισσότερες κάνει σε μας θυσίες;
ΒΑΡΟΥΝΑΣ
Ποτέ κανένας ζωντανό τον Νάλα μην πειράξει.
ΙΝΤΡΑ
Μα αν κανένας βουληθεί κακό σ’ αυτόν να κάνει
και μελετά εκδίκηση με ζήλια κι από φθόνο
να ξέρεις Κάλη από μας καταραμένος θα ‘ναι
κι απάνω του θα στρέψουμε κάθε κακή του πράξη.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Στον Κάλη και τον Ντβάπαρα τις συμβουλές ετούτες
σαν τους εδώσαν οι θεοί υψώθηκαν στο θώλο
κι ο Κάλης άμα έφυγαν στον σύντροφό του είπε.
ΚΑΛΗΣ
Το άχτι μου δεν ημπορώ φίλε μου να χωνέψω,
ότι ο Νάλας χαίρεται το θεϊκό κορμί της
γιαυτό θα πάω να χωθώ, θα μπω στο σπιτικό του
και ξέρω τρόπους μύριους τα πάντα να τα χάσει
κι οριστικά να χωριστεί από τη Νταμαγιάντη
κι ο γάμος τους να σκορπιστεί σα φύλλα στους ανέμους.
Για να βοηθήσεις Ντβάπαρα μπες σ’ ένα ζάρι μέσα
κι από κοντά μπαίνω και γω κι όλ’ από κει θα γίνουν.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Περάσαν χρόνοι δώδεκα και το κακό κρυμμένο
καρτέραγε την αφορμή, πρόσμενε ευκαιρία
να βρεί τον Νάλ’ αφύλακτο απ’ των θε’ων τη χάρη,
κάποια φορά που να μην πιεί νερό ευλογημένο
κι αυτό συνέβη ‘να πρωί στα δώδεκα τα χρόνια
και τότ’ ο Κάλης χώθηκε μεσ’ το κορμί του Νάλα
και σαν πάθος ανίκητο να τον εξουσιάζει.
Ύστερα έτρεξε να βρεί τον αδελφό του Νάλα,
τον Πούσκαρα, που πάντοτε ζήλευε τα’ αδελφού του
και τάχα εμπιστευτικά εγύρισε και του ‘πε
ΚΑΛΗΣ
Πήγαινε Πούσκαρα να βρεις τον αδελφό σου Νάλα
και πρότεινέ του των ζαριών ν’ αρχίσετε παιχνίδι.
Εγώ θα παραστέκομαι με το δικό σου μέρος
και με την προστασία μου εύκολα θα κερδίσεις.
Προκάλεσέ τον πονηρά το θρόνο του να παίξει
κι όπως αυτός ανίκητος φαντάζεται πως είναι,
θα το δεχθεί κι έτσι εσύ θα πάρεις το βασίλειο.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ως που να πάει ο Πούσκαρα τον Νάλα ν’ ανταμώσει
πρόλαβ’ ο Κάλης κι έγινε αυτός το πρώτο ζάρι
απ’ τα πολλά που παίζονταν ετούτο το παιχνίδι.
Επηγ΄ο Πούσκαρα λοιπόν κι αντάμωσε τον Νάλα
κι άρχισε προκαλώντας τον ως του ‘πενε ο Κάλης
ΠΟΥΣΚΑΡΑ
Έλ’ αδελφέ να παίξουμε τα ζάρια ένα γύρο
που άδικα ανίκητο σε θεωρούνε όλοι
γιατί ποτέ δεν τόλμησες να μετρηθείς μαζί μου.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Νάλας δεν εδίστασε και δέχτηκε αμέσως
και πως ήταν ανώτερος ήξερε τ’ αδερφού του.
Και στρώνονται στο παίξιμο, μπροστά κι η Νταμαγιάντη.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Στοίχημα βάζουν στην αρχή άλογα και αμάξια
κι ύστερα ρούχα κι έπιπλα, χρυσάφι και πετράδια.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Έχαν’ ο Νάλας και φρικτό πάθος τον κυριεύει
και με τον νου ανίσχυρο σταματημό δεν έχει
αφού ο Κάλης σκλάβο του τον έχει καταστήσει.
Σα μεθυσμένος χάνοντας συνέχισε να παίζει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Γύρω του μαζευτήκανε όλοι οι σύμβουλοί του
κι οι στρατηγοί κι οι συγγενείς και όλοι οι δικοί του
κι απ’ το παιχνίδι προσπαθούν να τον αποτραβήξουν.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Αδύνατον. Τον συγκρατεί το πάθος μ’ αλυσσίδες
και δεν γροικά τις συμβουλές μήτε της Νταμαγιάντης
και τότε της βασίλισσας ο αυλικός σιμώνει
ΑΥΛΙΚΟΣ
Πολύς λαός συνάχτηκε απ’ έξω απ’ το παλάτι
και θέλει να παρασταθεί στη δύσκολη την ώρα
κι ανησυχεί μήπως κακό πάνω στη χώρα πέσει
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Με ταραχή και κλαίγοντας επήγ’ η Νταμαγιάντη
κι είπε στον Νάλα
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Βασιλιά, λαός στην πόρτα στέκει
κι είναι μαζί τους άρχοντες κι άλλοι συμβουλατόροι
και να σε δούνε θέλουνε, ακρόαση να πάρουν.
Παρακαλώ σε δέξου τους κι άκου τα που σου πούνε.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Του το ‘πε μια, του το ‘πε δυο, του το ‘πε τρεις και πέντε
μα κείνος δεν την άκουγε, αλλού γυρνούσε ο νους του,
στου Κάλη επαράδερνε όλος την εξουσία
κι όσοι τον βλέπαν έλεγαν
ΚΑΠΟΙΟΣ
Δεν είν αυτός ο Νάλας
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι απελπισμένοι γύρναγαν όλοι στο σπιτικό τους
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Κι οι ώρες επερνούσανε, οι μέρες κι οι βδομάδες
Και κείνος με τον Πούσκαρα συνέχιζε τα ζάρια
κι έχανε, όλο έχανε, ολόκληρο το βιός του.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι όπως της εστάθη αδύνατο τον Νάλα ν’ αποσπάσει
απ’ τη σκλαβιά του παιχνιδιού, απ’ των ζαριών τα βρόχια
αφού είδε κι απόειδε καλεί η Νταμαγιάντη
τον μπιστικό αρχιαμαξά, Βαρσναίγιας τ’ ονομά του
ΝΤΑΜΑΓΙΑΝΤΗ
Βαρσναίγια ζέψε τ’ άτια σου, τα πιο γερ’ άλογά μας
και τοίμασε την άμαξα για μακρινό ταξίδι,
πάρε και τα παιδάκια μου, το γιό μου Ιντρασαίνα
μα και την Ιντρασαίνα μου, τη μονοθυγατέρα
και πήγαιν’ τα στου κύρη μου, πήγαιν’ τα στους δικούς μου
να μείνουνε στη χώρα μου, στην όμορφη Βιντάρμπχα,
στην έγνοια του πατέρα μου του βασιλέα Μπχίμα
κι ύστερα μίσεψ’ από κει και πήγαινε να μείνεις
στη μακρινή Αώντχια, μέρη του Ριτουπάρνα
και να προσμένεις μήνυμα, πότε την άμαξά μας
και τα γερά τ’ αλόγατα, τα φτερωτά μας άτια
εσύ κανοναρχόντας τα, να ξαναφέρεις πίσω.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Κι ο Βαρσαναίγιας έκανε που τούπε η κυρά του,
ενώ η ίδια έλιωνε απ’ τη βαθιά της λύπη.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Νάλας με τον Πούσκαρα συνέχισαν να παίζουν
ωσότου το βασίλειο ολόκληρο του πήρε
ο Πούσκαρας και του ‘λεγε γελώντας μ’ ειρωνεία
ΠΟΥΣΚΑΡΑΣ
Έλα να ξαναπαίξουμε. Τι έχεις να ποντάρεις.
Το μόνο που σ’ απόμεινε είναι η Νταμαγιάντη.
Πρόθυμα θα τηνε δεχτώ, αν στοίχημα τη βάλεις
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τα λόγι’ αυτά σαν άκουσε εσκίστηκ’ η καρδιά του
του Νάλα και μισόγυμνος, μ’ ένα σκουτί μονάχα,
αυτός ο υπερήφανος, ο δοξασμένος άρχων,
σκυφτός και κακορίζικος εβγήκ’ απ’ το παλάτι
και όσοι τον βλέπαν δάκρυζαν απ’ τη βαθιά τους λύπη.
Η Νταμαγιάντη φτωχικά κι αυτή φορώντας ρούχο
τον Νάλα ακολούθησε στης δυστυχιάς το δρόμο.
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
Οργίστηκε ο Πούσκαρα γιατί τη Νταγιαμάντη
δεν μπόρεσε στα κέρδη του να την συμπεριλάβει
και τ’ αδελφού του μισητού κι αυτή να τη στερήσει
κι έτσι μέσα στη λύσσα του πνιγμένος διατάζει
ΠΟΥΣΚΑΡΑΣ
Όποιος τον Νάλα θα δεχθεί να τον φιλοξενήσει,
αυτόν η τη γυναίκα του τολμήσει να βοηθήσει
η δώσει ρούχο να ντυθούν, είτε φαϊ να φάνε
η κλίνη για να κοιμηθούν, νερό να ξεδιψάσουν,
βασανισμένος και φρικτός θάνατος τον προσμένει
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ